Ιερά Μονή Βρύσης Σίφνου – Εκκλησιαστικό Μουσείο

Στην Ιερά Μονή Βρύσης Σίφνου ή Βρυσιανής στεγάζεται το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης. Στον χώρο της Μονής προϋπήρχε η εκκλησία της Θεοτόκου, ενώ το τέμπλο της εκκλησίας είναι ξυλόγλυπτο με αξιόλογες εικόνες και χρονολογείται γύρω στο 1750. Στα εκθέματα του μουσείου περιλαμβάνονται χειρόγραφα με λειτουργίες, Ευαγγέλια, Λειψανοθήκες, Ιερά σκεύη και Άμφια καθώς και το κεντητό φελόνι της Κασσιανής.

Το μοναστήρι της «Παναγίας της Βρύσης» ή της «Υπεραγίας Θεοτόκου Βρύσης» ή της «Κυρίας Βρυσιανής» ή «Γενεθλίου της Θεοτόκου στη Βρύση», όπως αναφέρεται στο αντίγραφο του Α” κώδικα, κτίστηκε από ευσεβή άνθρωπο, Βενιαμίν ονόματι, που είχε το εκκλησιαστικό αξίωμα του λογοθέτη, και όπως συμπεραίνουμε πριν το 1600. Η Μονή μεταξύ των ετών 1639 – 1676 έγινε Πατριαρχικό Σταυροπήγιο με σιγκιλλιώδες γράμμα του Πατριάρχη Παρθενίου.

Η Μονή βρίσκεται λίγα λεπτά μετά το χωριό Εξάμπελα επί χαμηλού λόφου. Του κτιριακού συγκροτήματος δεσπόζει ο σταυροειδής βασιλικού ρυθμού μετά τρούλου Ναός, ο οποίος είναι αφιερωμένος στο Γενέσιον της Θεοτόκου. Στον τρούλο του Ναού εδέσποζε σιδηρούς σταυρός, δηλωτικός της σταυροπηγιακής αξίας της Μονής. Το κωδωνοστάσιο είναι δισυπόστατο με δυο καμπάνες, οι οποίες και μέχρι σήμερα σημαίνουν με τον παραδοσιακό τρόπο κωδωνοκρουσίας στη Σίφνο. Στο τέμπλο του Ναού, το οποίο είναι ξυλόγλυπτο, δεσπόζει η εικόνα της Θεοτόκου Βρυσιανής, η οποία φέρεται ως Βρεφοκρατούσα και περιβάλλεται με «ασημένιο πουκάμισο». Άλλες εικόνες του τέμπλου είναι η εικόνα του Αγίου Βασιλείου, ο Άγιος Στέφανος, ο Άγιος Λαυρέντιος και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, οι Άγιοι Σάββας, Αντώνιος και Ελευθέριος και βεβαίως, δεξιά της Ωραίας Πύλης, η εικόνα του Παντοκράτορος, κάτω από την οποία οι Άγιοι Τρείς Παίδες εν τη καμίνω, δεξιά ο Άγιος Βλάσιος, ο Μυστικός Δείπνος και η Σύναξη των Ασωμάτων.

Τα βημόθυρα (η δίφυλλη πόρτα του Ιερού Βήματος) κοσμούνται με εικόνες των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και των Αγίων Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου.

Η είσοδος της Μονής είναι επιβλητική, μαρμάρινη και μας εισάγει σε αυτήν μέσα από ένα διάδρομο με κτιστούς κίονες, αλλά με μαρμάρινα κιονόκρανα, τα οποία δεσπόζουν στους εξωτερικούς τοίχους των εκατέρωθεν της εισόδου ευρισκομένων κελιών.

Η αισθητική της εισόδου, όπως λέγεται στη Σιφνέικη διάλεκτο, «λότζιας» αποτυπώνει την αρχοντιά της Σιφνέικης παράδοσης με τις ψαχνόπετρες και τους άριστα φιλοτεχνημένους με ασβέστη γύρω στους αρμούς.

Το Ναό του Μοναστηριού περιβάλλον όπισθεν αυτού κελιά φιλοξενίας επισκεπτών, δεξιά το Ηγουμενείο και το Σκευοφυλάκιο, αριστερά κελιά μοναχών και φιλοξενίας, και νοτίως το μαγειρείο και η παραδοσιακή Τράπεζα, η οποία δυο φορές το χρόνο (8 Σεπτεμβρίου και 11 Φεβρουαρίου) φιλοξενεί και προσφέρει παραδοσιακά εδέσματα σε εκατοντάδες προσκυνητές.

Η Μονή της Βρύσης υπήρξε πάντοτε ανδρώα και, όπως διαβάζουμε στα διασωθέντα χειρόγραφα, πριν από την είσοδο υποψηφίων μοναχών συνετάσσετο ειδική πράξη περί εγκαταστάσεως και προσηλώσεως των ευσεβών αυτών ανθρώπων στο Μοναστήρι. Η Μονή υπήρξε κοινοβιακή, φαίνεται όμως ότι για λόγους οικονομικούς από τις αρχές του 18ου αιώνα μετετράπη σε ιδιόρυθμη. Η διοίκηση της Μονής ησκείτο πάντοτε από το Ηγουμενοσυμβούλιο, το έργο του οποίου βοηθούσε κατά παράδοση και μια επιτροπή η οποία ονομάζετο «Επιτροπή Επιστασίας», τα μέλη της οποίας μεταξύ ευυπολήπτων Σιφνίων πολιτών εξέλεγαν οι Πατέρες της Μονής. Εκτός του Ηγουμένου και των Ηγουμενοσυμβούλων υπήρχαν και τα διάφορα διακονήματα τα οποία έφεραν μοναχοί διακρινόμενοι για την αρετή και την ικανότητά τους και αυτά ήταν του «Οικονόμου», του «Σκευφύλακος» και του «Σακελλίωνος» (Σακελλίωνας ήταν αυτός ο οποίος επόπτευε την «σακέλλην», δηλαδή τη φύλαξη της Μονής). Από του έτους 1650 έως και σήμερα εχρημάτισαν 35 ηγούμενοι, μερικοί των οποίων διηκόνησαν από τη θέση αυτή κατ” επανάληψη, αλλά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, επανεκλεγέντες. Καυχάται η Μονή της Βρύσης διότι Πατέρες προερχόμενοι από αυτήν αξιώθηκαν να τιμηθούν με το Αρχιερατικό αξίωμα και να κοσμήσουν θρόνους της Ελληνικής επικράτειας, αλλά και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο Άνδρου Φιλόθεος (1759), ο Θηβών Αθανάσιος (1780), ο Σκύρου Σεραφείμ (1764), ο Συληβρίας Χρύσανθος (1737), ο Καισαρείας Φιλόθεος (1801), ο Σίφνου Ιωσήφ (1789), ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας Ιερόθεος Β” (1847) κ.α. Υπήρξε μεγάλη η εθνική προσφορά της Μονής στην Επανάσταση του 1821, αλλά και στους άλλους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους. Σήμερα το Μοναστήρι συνεχίζοντας αυτή την προσφορά, έχει παραχωρήσει κτήματα μέσα στα οποία έχουν δημιουργηθεί το ελικοδρόμιο της Σίφνου, σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του νησιού, το αθλητικό κέντρο στη Μαρούσα, το γήπεδο ποδοσφαίρου στο Θόλο, γεωτρήσεις, δεξαμενές και δρόμοι κοινής ωφέλειας.

Η Μονή στη διάρκεια της πολυαιώνιας πορείας της απέκτησε μια αξιόλογη κτηματική περιουσία εντός και εκτός Σίφνου, την οποία πάντοτε οι Πατέρες της με χρηστή διοίκηση διεφύλαξαν και από την οποία σήμερα ολίγα κτήματα έχει στην κυριότητά της. Η μεγαλύτερη όμως περιουσία της Μονής είναι τα μετόχια και τα παρεκκλήσια της. Μεταξύ αυτών ως περιώνυμα και μεγαλώνυμα αναφέρουμε: τη Μονή του Προφήτη Ηλία στο ομώνυμο βουνό, τον Άγιο Αθανάσιο ή τα Φυρόγια λίγο μετά το χωριό Καταβατή, την Παναγία Χρυσοπηγή στα ανατολικά της Σίφνου, κοντά στο λιμάνι του Φάρου, η οποία εορτάζει της Αναλήψεως και είναι, με Βασιλικό Διάταγμα της 9ης Ιουνίου 1964, Πολιούχος της Σίφνου, τους Αγίους Αναργύρους της Πηγής, την Παναγία την Κιτριανή, την Παναγία στο Τόσο Νερό κ.α.

Η Μονή κατά καιρούς, από δωρεές των Πατέρων αλλά και των ευσεβών Σιφνίων, απέκτησε πολλούς προγονικούς εκκλησιαστικού θησαυρούς, δηλαδή άμφια, ιερά σκεύη, εικόνες, κανδήλες, εγκόλπια και επιστήθιους σταυρούς, βιβλία και χειρόγραφους κώδικες, πατριαρχικά συγκίλλια, εκ των οποίων, όσα έφθασαν μέχρι των ημερών μας, εκτίθενται στο παρακείμενο του Ηγουμενείου Εκκλησιαστικό Σκευοφυλάκιο.

Οι ανύστακτες προσπάθειες του Προηγουμένου Αμφιλοχίου, ο οποίος με ενδιαφέρον αναστήλωσε το κτιριακό συγκρότημα από το 1968 έως το 1972, έδωσαν τη δυνατότητα στο σημερινό, Σίφνιο την καταγωγή, Ηγούμενο Ιωαννίκιο Λαμπρινό να ολοκληρώσει αυτή την προσπάθεια και με φιλότιμες πρωτοβουλίες να αγωνίζεται, ώστε η Μονή σήμερα να είναι αντάξια της δόξας και της ιστορική της μνήμης, με το Ναό απαστράπτοντα, τα κελιά περιποιημένα και τους προαύλιους χώρους πεντακάθαρους, αλλά περισσότερο απ” όλα διαφυλάττοντας τη μακραίωνη παράδοση των Κτητόρων και όσων Πατέρων συνασκήθηκαν σε αυτή και τη φλόγα του καντηλιού το Ιερό Βήμα και την Εικόνα της Βρυσιανής ακοίμητη.

Στην προσπάθειά του αυτή συνεργούν και δυο ιερείς από τη Σίφνο, τους οποίους διόρισε σαν Επιτροπή Επιστασίας ο μακαριστός Μητροπολίτης Σύρου και Σίφνου Δωρόθεος.

Πατέρες της Μονής σήμερα είναι ο Ηγούμενος Αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος Λαμπρινός και ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Δαρζέντας, εφημέριος Καταβατής. Τη Μονή ανέκαθεν αγαπούσαν και υποστηρίζουν ενθέρμως ο Δήμος Σίφνου, οι κάτοικοι του νησιού και οι απανταχού της γης Σίφνιοι. Την ιστορία της Μονής συνέγραψαν ο φιλογενής Σίφνιος ιστορικός και συγγραφέας Σίμος Συμεωνίδης και ο Αντώνιος Τρούλλος.

Πηγή: www.e-kyklades.gr

Δημοσιεύτηκε στο Μουσεία Με ετικέτα: , ,
petalibellavistamargaritachrisopigiatsonios

Booking.com Partner

Search Hotels

Destination
Check-in date
Check-out date

Διαφημίσεις Amazon

Best Travel Deals LLC